Απλά άνθρωπος… ή μέλος κοινωνικής ομάδας;

.

Μια κοινωνική ομάδα αποτελείται από δύο ή περισσότερα άτομα που αλληλεπιδρούν τακτικά με βάση τις αμοιβαίες προσδοκίες και που μοιράζονται μια κοινή ταυτότητα. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς από αυτόν τον ορισμό ότι όλοι ανήκουμε σε πολλούς τύπους κοινωνικών ομάδων: τις οικογένειές μας, τις φιλίες μας, τα μαθήματα που παρακολουθούμε, τους χώρους εργασίας μας, τους συλλόγους και τους οργανισμούς στους οποίους ανήκουμε κλπ. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κάποιον από εμάς να ζει εντελώς μόνος. Ακόμη και οι άνθρωποι που ζουν μόνοι τους εξακολουθούν να αλληλεπιδρούν με μέλη της οικογένειας, συναδέλφους και φίλους και σε αυτόν τον βαθμό εξακολουθούν να έχουν αρκετές συνδρομές σε ομάδες.

.

Όμως, οι ομάδες δεν είναι όλες ίδιες. Σύμφωνα με τους Baron, Kerr και Miller (1992) οι ομάδες διαφέρουν ως προς κάποιες διαστάσεις που ταυτόχρονα αποτελούν και τα χαρακτηριστικά της κάθε συγκεκριμένης ομάδας. Οι διαστάσεις αυτές είναι:

  1. Με το μέγεθος της ομάδας: Υπάρχουν μεγάλες ομάδες (π.χ. τα μέλη ενός συλλόγου) και μικρές ομάδες (π.χ. μια ομάδα φίλων). Το μέγεθος της ομάδας επηρεάζει την επικοινωνία μεταξύ των μελών. Παραδείγματος χάριν, στις μεγάλες ομάδες κάθε μέλος δεν είναι δυνατόν να έχει προσωπική επικοινωνία με όλα τα άλλα μέλη.
  2. Η διάρκεια ζωής της ομάδας: Υπάρχουν ομάδες που έχουν μικρή διάρκεια ζωής, όπως για παράδειγμα ένα σώμα ενόρκων, και ομάδες με σχετικά μεγάλη διάρκεια ζωής, όπως για παράδειγμα η οικογένεια.
  3. Η δομή της ομάδας: Ο όρος «δομή» αναφέρεται στον τρόπο οργάνωσης της ομάδας, δηλαδή στους ρόλους των μελών που σχετίζονται με την κοινωνική θέση που έχουν στην ομάδα, στους κοινωνικούς κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των μελών, στον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των μελών και στη συνοχή της ομάδας. Υπάρχουν ομάδες με υψηλό βαθμό δομής, (π.χ. το διοικητικό συμβούλιο μιας εταιρίας) και ομάδες με εντελώς χαλαρή δομή (π.χ, μια ομάδα φίλων).
  4. Το στάδιο εξέλιξης που βρίσκεται η ομάδα: Στη διάρκεια της ζωής τους, οι ομάδες περνούν από διάφορα στάδια εξέλιξης. Σύμφωνα με τους Tuckman και Jensen (1977), κατά το στάδιο της διαμόρφωσης τα μέλη προσπαθούν να μάθουν περισσότερα πράγματα για την ομάδα, και είναι συγκρατημένα, γιατί θέλουν να γίνουν αποδεκτά. Όταν τα μέλη εξασφαλίσουν την αποδοχή, η ομάδα περνά το θυελλώδες στάδιο, δηλαδή σε μια φάση σύγκρουσης απόψεων και επίλυσης διαφορών μεταξύ των μελών. Πολλές ομάδες δεν ξεπερνούν αυτό το στάδιο και διαλύονται πριν φτάσουν στο επόμενο στάδιο. Το επόμενο στάδιο είναι το κανονιστικό, όπου ξεκαθαρίζουν οι ρόλοι, διαμορφώνονται συναινετικά οι κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των μελών και αυξάνεται η συνοχή της ομάδας. Ακολουθεί το στάδιο της απόδοσης, όπου η ομάδα, με σαφώς διαμορφωμένη δομή και απαλλαγμένη από συγκρούσεις, μπορεί να αφοσιωθεί στην επίτευξη των στόχων της. Τέλος, η ομάδα περνά μια φάση αποσυγκρότησης, που οι Tuckman και Jensen (1977) ονομάζουν στάδιο διακοπής των εργασιών. Αυτό το στάδιο χαρακτηρίζεται από μείωση των δραστηριοτήτων της ομάδας και έλλειψη νέων στόχων.

.

Όπως τονίζουν οι Hogg και Vaughan (1995), η απάντηση στο ερώτημα «Γιατί ανήκουμε σε ομάδες;» δεν είναι απλή. Πρώτα απ’ όλα, οι ομάδες στις οποίες ανήκουμε δεν είναι πάντα δική μας επιλογή. Για παράδειγμα, δεν μπορούμε να επιλέξουμε το φύλο γέννησης μας, την εθνικότητα μας ή την οικογένειά μας. Όμως, έχουμε κάποια επιλογή ως προς την επαγγελματική ομάδα ή το πολιτικό κόμμα στο οποίο ανήκουμε, αν και η επιλογή μας περιορίζεται σημαντικά από διάφορους κοινωνικούς και δομικούς παράγοντες. Μπορούμε να επιλέξουμε τους φίλους μας, όπως μπορούμε να επιλέξουμε αν θα ανήκουμε στον πολιτιστικό σύλλογο της πόλης μας ή στην ομάδα υποστηρικτών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας.

.

Υπάρχουν πολλές θεωρητικές απόψεις για τους λόγους που οι ομάδες παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, επειδή η κοινωνικοποίηση ξεκινά το πλαίσιο της οικογένειας και συνεχίζεται στο πλαίσιο του σχολείου, τα άτομα μαθαίνουν να στρέφονται στις ομάδες για βοήθεια, αγάπη, προστασία, ασφάλεια, φιλία, ψυχαγωγία κλπ. (Baron et al.,1992 * Hogg & Vaughan, 1995). Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής σύγκρισης (Festinger, 1954), οι απόψεις και οι ικανότητες των μελών μιας ομάδας στην οποία ανήκουμε λειτουργούν ως μέτρο σύγκρισης για την ορθότητα της δικής μας άποψης ή για το επίπεδο των ικανοτήτων μας, και αυτό αποτελεί κίνητρο για να γίνουμε μέλη διαφόρων ομάδων (Baron et al., 1992). Τέλος, σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας (Tajfel & Turner, 1979), ανήκουμε σε ομάδες που μας βοηθούν να αποκτήσουμε θετική κοινωνική ταυτότητα (π.χ. σε ομάδες που έχουν υψηλή θέση και αξιολογούνται θετικά).

.

Ας εξετάσουμε τώρα την θεωρία της κοινωνικής διευκόλυνσης η οποία αφορά την ομαδική εργασία και εξετάζει πως αλληλοεπιδρούν οι άνθρωποι για να φέρουν εις πέρας ένα έργο. Σύμφωνα με τον Steiner (1972, 1976), η απόδοση μιας ομάδας εξαρτάται από τη φύση τού ως προς εκτέλεση έργου. Ο Steiner (1990), ταξινόμησε τα έργα με βάση τρεις διαστάσεις οι οποίες προκύπτουν από την απάντηση που θα δώσει κανείς σε τρία ερωτήματα που αφορούν τη φύση του έργου.

.

Οι τρεις διαστάσεις είναι οι εξής:

  1. Το έργο είναι διαιρετό ή ενιαίο;

Ένα διαιρετό έργο μπορεί να χωριστεί σε διάφορα τμήματα, τα οποία μπορούν να ανατεθούν σε διαφορετικά άτομα ή υποομάδες (π.χ. το ποδόσφαιρο), ενώ ένα ενιαίο έργο δεν επιδέχεται υποδιαίρεση (π.χ. το τράβηγμα ενός σχοινιού).

  1. Είναι έργο μεγιστοποίησης ή βελτιστοποίησης;

.

Σε ένα έργο μεγιστοποίησης το κριτήριο επιτυχίας είναι ποσοτικό, δηλαδή ο στόχος είναι να παραχθεί κάτι σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα ή σε μικρότερο χρόνο (π.χ., ο αριθμός ψαριών που θέλει να πιάσει ένα αλιευτικό σκάφος). Σε ένα έργο βελτιστοποίησης το κριτήριο επιτυχίας είναι ποιοτικό, δηλαδή ο στόχος είναι να δοθεί η καλύτερη λύση (π.χ., η λύση ενός αινίγματος ή μαθηματικού προβλήματος).

  1. Ποια είναι η σχέση μεταξύ ατομικής συνεισφοράς και ομαδικού προϊόντος;
  2. Όταν το ομαδικό προϊόν προκύπτει από το άθροισμα των ατομικών συνεισφορών, το έργο είναι αθροιστικό (π.χ., συσκευασία πακέτων σε γραμμή παραγωγής).
  3. Όταν το ομαδικό προϊόν προκύπτει από το μέσο όρο των ατομικών συνεισφορών, το έργο είναι αντισταθμιστικό (π.χ., η εκτίμηση του αριθμού φασολιών σ’ ένα δοχείο).
  4. Όταν η ομάδα επιλέγει ως προϊόν της μία (την καλύτερη) από τις ατομικές συνεισφορές, το έργο είναι διαζευκτικό (π.χ., η επιλογή της καλύτερης προτεινόμενης λύσης σε μια σπαζοκεφαλιά).
  5. Όταν όλα τα μέλη της ομάδας λειτουργούν από κοινού με τρόπο ώστε το προϊόν της ομάδας να εξαρτάται από την απόδοση του «χειρότερου» (δηλαδή του λιγότερο ικανού) μέλους, το έργο είναι συζευκτικό (π.χ., η ομαδική ορειβασία).
  6. Τέλος, όταν η ομάδα είναι ελεύθερη να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα προκύψει το ομαδικό προϊόν, δηλαδή το πως θα συνδυαστούν οι ατομικές συνεισφορές, το έργο χαρακτηρίζεται ως έργο διακριτικής ευχέρειας (π.χ. Η απόφαση φοιτητικής ομάδας να συντάξει μια διαμαρτυρία).

.

Ζαγαρέλου Μαρίνα,

Εκπαιδευόμενη Φοιτήτρια Ψυχολογίας

.

Βιβλιογραφία:

  1. University of Minnesota. (2016). Ανακτήθηκε από: https://open.lib.umn.edu/sociology/chapter/6-1-social-groups
  2. Εισαγωγή στην Ψυχολογία Ενιαίο. (2016). Κεφάλαιο 11. Βοσνιάδου Στέλλα. Εκδόσεις: Gutenberg.

.